Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Το αντιφασιστικό «Δεν Ξεχνώ»


Είναι μια επέτειος που δεν πρόκειται να τιμηθεί στα σχολεία. Tα περισσότερα ΜΜΕ μάλλον θα την προσπεράσουν σιωπηλά. Κι όμως, δέκα χρόνια μετά το πανελλαδικό αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτεμβρίου 2004, οι αναφορές σ’ αυτή την ελληνική «νύχτα των κρυστάλλων» θα ’πρεπε κανονικά ν’ αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο μιας δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης. Υπενθυμίζοντας ότι τα δολοφονικά ρατσιστικά ξεσπάσματα δεν ξεπηδούν μόνον από το υπέδαφος της οικονομικής κρίσης, αλλά επωάζονται στο φιλόξενο κλίμα ενός υπεραισιόδοξου «νικηφόρου» εθνικισμού. Αν οι ρίζες του πρωτότυπου χιτλερισμού πρέπει ν’ αναζητηθούν στην αυτοκρατορική «εθνική ανάταση» που προηγήθηκε του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ανάδυση του εγχώριου ναζισμού δεν είναι δυνατό ν’ αποσυνδεθεί από τη φρενήρη αυτοπεποίθηση της «ισχυρής Ελλάδας» του 2004, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στο πολυδάπανο «ολυμπιακό θαύμα» και την απρόσμενη κατάκτηση του Euro. Τότε ακριβώς ήταν που οι χρυσαυγίτες έθεσαν τις βάσεις τής μετέπειτα κοινωνικής τους γείωσης, μεταμφιεσμένοι σε «Γαλάζια Στρατιά» κι αποκτώντας, για πρώτη φορά, μαζική απεύθυνση εν ονόματι της οπαδικής προάσπισης των εθνικών μας χρωμάτων.

 Τα γεγονότα είναι γνωστά. Ηδη από τη βραδιά του Euro (4/7/2004), οι πάνδημοι πανηγυρισμοί στο κέντρο της Αθήνας συνοδεύτηκαν από το (φαινομενικά ανεξήγητο) λιντσάρισμα παριστάμενων αλλοδαπών. Ελάχιστοι έδωσαν τότε σημασία, τόσο στο ίδιο το γεγονός όσο και στην ενθουσιώδη διεκδίκησή του από τους ντόπιους φασίστες. Δύο μήνες μετά ήρθε η ήττα της Εθνικής Ελλάδας από την αντίστοιχη της Αλβανίας. Η ντροπή της συντριβής των άρτι πρωταθλητών της Ευρώπης από μια «δευτεροκλασάτη» χώρα προέλευσης μεταναστών ήταν ασήκωτη: το μεγάλο «λάθος των Αλβανών», εξηγούσε χωρίς περιστροφές ο Θέμος Αναστασιάδης στη στήλη του στο «Βήμα» (12/9), ήταν ότι «μας κέρδισαν στην ψύχρα. Ναι, εμάς τα αφεντικά. Ενας ξύπνιος υπάλληλος δεν κερδίζει ποτέ τον διευθυντή του στο τένις και σίγουρα δεν το γιορτάζει σπάζοντας το γραφείο του».


Οι χουλιγκάνικοι πανηγυρισμοί στους δρόμους των Τιράνων παρουσιάστηκαν από τα ΜΜΕ σχεδόν σαν κήρυξη πολέμου, η δε αποκοτιά κάποιων μεταναστών να πανηγυρίσουν τη νίκη των εθνικών τους χρωμάτων επί ελληνικού εδάφους ερμηνεύθηκε σαν ανεπίτρεπτη πρόκληση. Η εθνική «απάντηση» πήρε μέσα στην ίδια βραδιά τη μορφή πανελλαδικού πογκρόμ, μ’ έναν Αλβανό νεκρό (από μαχαίρωμα) στη Ζάκυνθο, μερικές εκατοντάδες τραυματίες και μπόλικες υλικές ζημιές· τα Ι.Χ. ιδίως των μεταναστών, σύμβολο στοιχειώδους κοινωνικής ανέλιξης ύστερα από μια δωδεκαετία σκληρής δουλειάς, έγιναν στόχος αφηνιασμένων επιθέσεων από τους εθνικά ταπεινωμένους Ελληναράδες. Παρά τη φραστική καταδίκη των «επεισοδίων», η ερμηνεία τους από τα καθωσπρέπει ΜΜΕ έτεινε, τέλος, να επιβεβαιώσει τα κυρίαρχα ρατσιστικά στερεότυπα: «Ελληνες-Αλβανοί. Γιατί τους μισούμε. Γιατί μας μισούν», τιτλοφορούσε σχετική ανάλυσή του το φιλελεύθερο «Βήμα» (10/10), ενώ η «Espresso» φιλοξένησε δισέλιδη συνέντευξη του Ηλία Παναγιώταρου με τον εύγλωττο τίτλο «Οι Αλβανοί θα πληρώσουν τις προκλήσεις» (9/9).

 Για το αυτόνομο αντιφασιστικό κίνημα, αντίθετα, το πογκρόμ του 2004 όχι μόνο προσέφερε το αρχικό ερέθισμα για την οργανωτική συγκρότησή του, αλλά και αποτελεί γεγονός που πρέπει με κάθε τρόπο να μνημονεύεται για να μην επαναληφθεί. Από το 2006, η 4η Σεπτεμβρίου υπενθυμίζεται με αντιφασιστικές διαδηλώσεις, αεροπανό, αυτοκόλλητα και αφίσες (1-4), που από τον εθνικό κορμό αντιμετωπίζονται συνήθως με ιδιαίτερη λύσσα (5). Ανάλογα με τη φυσιογνωμία των επιμέρους συνιστωσών, η έμφαση του μηνύματος μπορεί να δοθεί στη στενή διαπλοκή μεταξύ συλλογικής ενοχής και λήθης (3), στην καταδίκη της ανοχής προς τη ρατσιστική βία (6), στην προκλητική ταύτιση σύμπασας της εθνικής κοινότητας με τη ναζιστική «πρωτοπορία» (7) και τη συνακόλουθη αντιστροφή του συνθήματος που συνόδευε τις δολοφονικές επιθέσεις του 2004 (8), ή στο κοινωνικό υπόβαθρο του φασιστικού φαινομένου (9-10). Ακόμη και να προειδοποιεί, όπως στο Euro 2008, για την ενδεχόμενη αναβίωση της τραγωδίας (11).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου