Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

8 Αυγούστου: σαν σήμερα

8 Αυγούστου 1938: Ανοίγει τις πύλες του το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία.

Το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν - Γκούζεν (γερμ. Konzentrationlager (KZ) Mauthausen - Gusen) ήταν Ναζιστικό στρατόπεδο που κατασκευάστηκε στην Αυστρία κύρια για την κράτηση και την καταναγκαστική εργασία κοινωνικών ομάδων που αντιτίθονταν στο Ναζιστικό καθεστώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε αυτό δεν γίνονταν ατομικές και ομαδικές εκτελέσεις κρατουμένων. Από την ίδρυση μέχρι την απελευθέρωσή του υπολογίζεται ότι σε αυτό βρήκαν τον θάνατο περίπου 100.000 άτομα.

Η κατασκευή

Τον Μάρτιο του 1938 οι Ναζιστές κατάφεραν την Προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ΄ Ράιχ. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους οι ηγέτες των SS Χάινριχ Χίμλερ και Όσβαλντ Πόολ (Oswald Pohl) πραγματοποίησαν επίσκεψη στα λατομεία γρανίτη που υπάρχουν κοντά στις κωμοπόλεις Μαουτχάουζεν και Γκούζεν της βορειοανατολικής Αυστρίας, κοντά στην πόλη Λιντς. Η επίσκεψη αυτή είχε ως πρώτο αποτέλεσμα την σύσταση μιας εταιρείας, ελεγχόμενης από την SS, με την επωνυμία "Deutsche Erd- und Steinwerke GmbH" - συντομογραφικά DESt - με έδρα το Βερολίνο και διευθυντή τον Πόολ. Προς το τέλος Μαϊου ο Πόολ ταξίδεψε εκεί για δεύτερη φορά, με σκοπό το σχεδιασμό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης στην περιοχή. Τον Ιούνιο η DESt άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Γενικό Επιθεωρητή Αρχιτεκτονικής του Ράιχ και προσωπικό αρχιτέκτονα του Χίτλερ Άλμπερτ Σπέερ για την προμήθεια οικοδομικών υλικών αρχικά σε δεκαετή βάση. Τα τρία λατομεία (Wiener Graben, Marbacher Bruch και Bettelberg) της περιοχής ανήκαν στον Δήμο της Βιέννης, ο οποίος τα χρησιμοποιουσε για την προμήθεια υλικού λιθόστρωσης των οδών της πόλης. Τα λατομεία αρχικά υπενοικιάσθηκαν και στη συνέχεια πωλήθηκαν στην DESt, αρχής γενομένης από περιοχές γύρω στο Γκούζεν στις 25 Μαΐου 1938. Για τις εξορυκτικές εργασίες η SS θα χρησιμοποιούσε κρατουμένους. Το ίδιο έκανε και για την κατασκευή των εγκαταστάσεων του στρατοπέδου: Στις 8 Αυγούστου 1938 μια ομάδα τριακοσίων κρατουμένων από το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου μεταφέρθηκε στην περιοχή του λατομείου "Wiener Graben" και ξεκίνησε την οικοδόμηση του στρατοπέδου. Η χρηματοδότηση του έργου έγινε από τα λεγόμενα "κεφάλαια Χάιντριχ", δηλαδή από κεφάλαια που συγκέντρωνε ο επικεφαλής της RSHA (Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας) από κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων και προσωπικών αντικειμένων των κρατουμένων σε άλλα στρατόπεδα ή δολοφονημένων Εβραίων και αντιπάλων του καθεστώτος.
Οι κρατούμενοι - εργάτες ήταν είτε κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου είτε "μη κοινωνικοποιημένα" άτομα Γερμανικής και Αυστριακής καταγωγής. Εκτέλεσαν τις εξορυκτικές εργασίες αποκομίζοντας τόνους γρανίτη για την κατασκευή του τείχους που περιέβαλε το στρατόπεδο και των κτιριακών του εγκαταστάσεων. Επειδή οι εργασίες απαιτούσαν ταχύτερους ρυθμούς, μεταφέρθηκαν περισσότεροι κρατούμενοι πρώτα στις 5 και ύστερα στις 18 Οκτωβρίου. Για τους κρατούμενους του Νταχάου η άφιξη στο νέο στρατόπεδο ήταν πραγματικό σοκ: Οι διαδικασίες απολύμανσης, ένδυσης και καταγραφής συνοδεύονταν από ξυλοδαρμούς και απειλές από τους άνδρες της SS. Οι συνθήκες ήταν πράγματι τόσο άθλιες, που στις 18 Αυγούστου σημειώνεται η πρώτη αυτοκτονία κρατουμένου και στις 15 Νοεμβρίου πυροβολείται κρατούμενος "που προσπαθούσε να δραπετεύσει". Τον Οκτώβριο οι κρατούμενοι ανέρχονται σε 500 και αργότερα (με τη δεύτερη μεταγωγή) σε 800 αλλά στα τέλη Νοεμβρίου αποστέλλονται στο στρατόπεδο άλλοι 200. Οι προσαγωγές συνεχίζονται και, μέχρι το τέλος του 1939 το Μαουτχάουζεν αριθμεί ήδη 2.800 κρατούμενους, οι οποίοι στεγάζονται σε 20 παραπήγματα παρατεταγμένα σε σειρές των τεσσάρων ή πέντε.

Η λειτουργία

Όταν το στρατόπεδο άρχισε να λειτουργεί, σχεδόν αποκλειστική εργασία των κρατουμένων ήταν η κατασκευή του, αφού τον Ιανουάριο του 1939 μόνον 375 κρατούμενοι εργάζονταν στο λατομείο. Από το φθινόπωρο του 1939, όμως, σταδιακά άρχισαν να μεταφέρονται περισσότεροι στις εξορυκτικές εργασίες. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους απασχολούνταν 1.066 και τον Ιούλιο του 1940 ο αριθμός είχε φθάσει τους 3.581.
Στα τέλη του 1939 η DESt αγόρασε τα λατομεία Γκούζεν και Κάστενχοφ (Kastenhof). Για την εκμετάλλευσή τους μεταφέρθηκαν στο νέο στρατόπεδο του Γκούζεν οι πρώτοι κρατούμενοι (αρχές 1940). Τον χειμώνα του 1942/43 στα λατομεία του Γκούζεν εργάζονταν 2.800 κρατούμενοι, στην πλειοψηφία τους Πολωνοί, και σε αυτά του Μαουτχάουζεν περίπου 2.000.
Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε ομάδες (kommando) καθεμιά από τις οποίες είχε ως επικεφαλής ένα kapo, άνδρα των δυνάμεων της SS. Οι μεγαλύτερες ομάδες είχαν έναν ανώτερο kapo με μερικούς kapos και βοηθούς τους. Η εργασία ξεκινούσε στις 06:30 την θερινή και στις 07:30 την χειμερινή περίοδο. Η μεσημεριανή διακοπή διαρκούσε μισή ή μία ώρα και η εργασία συνεχιζόταν ως τις 4:45 μμ ή τις 6:30 μμ ανάλογα με την εποχή. Αυτό σήμαινε ότι η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε 11 ώρες τη θερινή και 8 έως 8 ώρες τη χειμερινή περίοδο (54 - 60 ώρες εβδομαδιαίως). Αν κάποιοι κρατούμενοι επιλέγονταν προς θανάτωση, είτε από τους άνδρες της SS είτε από το διοικητή του στρατοπέδου, υποχρεώνονταν να ανεβάζουν τα τεμάχια του γρανίτη από το ορυχείο στην επιφάνεια μέσω μιας ξύλινης σκάλας (της επιλεγόμενης και "σκάλας του Θανάτου") μέσα σε ξύλινο πηλοφόρι. Πρακτικά σε αυτή την εργασία τοποθετούνταν, κατά πρώτο λόγο, όλοι οι Εβραίοι κρατούμενοι. Το 1941 το στρατόπεδο απέκτησε "ιδιόκτητο" θάλαμο αερίων και αποτεφρωτήριο, αν και οι εγκαταστάσεις αυτές αρχικά δεν χρησιμοποιούνταν συχνά.
Περιοδικά, όλοι οι κρατούμενοι του συστήματος στρατοπέδων περνούσαν από "διαλογή" για να κριθεί η καταλληλότητά τους για εργασία. Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι θανατώνονταν είτε στις εγκαταστάσεις του Στρατοπέδου είτε μεταφέρονταν, για τον ίδιο λόγο, στο σχετικά παραπλήσιο Σλος Χάρτχαϊμ, το οποίο αποτελούσε κέντρο ευθανασίας. Στο ιατρείο του στρατοπέδου διεξάγονταν, επίσης, ψευδοϊατρικά πειράματα με χορήγηση τεστοστερόνης, επιμολύνσεις με βακίλους φυματίωσης, φθείρες και διάφορες χειρουργικές διαδικασίες.
Παράλληλα, το Γκούζεν χωρίστηκε, με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, σε δύο τμήματα: Στο πρώτο διέμειναν όσοι εκτελούσαν καταναγκαστική εργασία, στο δεύτερο σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αξιωματικοί, γι΄αυτό και αποκλήθηκε "Στρατόπεδο των Ρώσων". Η περιοχή του στρατοπέδου επεκτάθηκε για να στεγάσει μια τεράστια αποθήκη των SS, στην οποία μεταφέρονταν και υφίσταντο διαλογή ποικίλων ειδών αγαθά, τα οποία είχαν υφαρπαγεί από τις κατακτημένες χώρες, μέχρι να μεταφερθούν στην Γερμανία. Η αποθήκη αυτή "επέζησε" μέχρι τον Μάρτιο του 1944, οπότε εκκενώθηκε ολοσχερώς και μετατράπηκε σε δεύτερο στρατόπεδο, που ονομάστηκε Γκούζεν ΙΙ. Όπως είναι φυσικό, οι 17.000 κρατούμενοι σε αυτό δεν διέθεταν τα μέσα για να καλύψουν ούτε τις βασικές τους ανάγκες. Τον Δεκέμβριο του 1944, στο παρακείμενο χωριό Λούνγκιτζ (Lungitz) δημιουργήθηκε νέο τμήμα του στρατοπέδου, που ονομάστηκε Γκούζεν ΙΙΙ, κάνοντας χρήση του κτηρίου ενός παλαιού εργοστασίου που υπήρχε εκεί. Παρά τις επεκτάσεις και τα παραρτήματα, το στρατόπεδο ήταν ήδη υπερφορτωμένο με κρατουμένους.
Η κατάσταση υπερπληθύσμωσης άρχισε να εκφεύγει από τον έλεγχο όταν το φθινόπωρο του 1944 δημιουργήθηκε το λεγόμενο "στρατόπεδο με τις σκηνές". Στο αντίθετο άκρο από την κεντρική πύλη του στήθηκαν δεκαέξι μεγάλες σκηνές, για να στεγάσουν τις μεγάλες ομάδες Εβραίων που άρχισαν να καταφθάνουν από την Ουγγαρία. Συνολικά μεταφέρθηκαν εκεί περίπου 11.000 Εβραίοι της Ουγγαρίας, πολλοί από τους οποίους βρήκαν τον θάνατο είτε κατά την διαλογή είτε κατά την μεταφορά τους.

 Τελευταία περίοδος

Μετά τα μέσα του 1944 οι κρατούμενοι στο Μαουτχάουζεν άρχισαν να πληθαίνουν, καθώς μεταφέρονταν σε αυτό κρατούμενοι από άλλα στρατόπεδα, που βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στις γραμμές του πυρός. Χιλιάδες κρατούμενοι, οι περισσότεροι ασθενείς ή τελείως εξαντλημένοι, έφθαναν στο στρατόπεδο, προκαλώντας κυριολεκτικά χάος, το οποίο κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 1945 με το κλείσιμο των παραρτημάτων της Νότιας Αυστρίας και τις πορείες θανάτου προς το κεντρικό στρατόπεδο, το Γκούζεν και το παράρτημα Έμπενζεε. Με διαταγή του τότε διοικητή του στρατοπέδου Φραντς Τσίραϊς (Franz Ziereis) όσοι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν εκτελέσθηκαν είτε με πυροβόλα όπλα είτε με δηλητηριώδεις ενέσεις "ώστε κανείς κρατούμενος να μη πέσει στα χέρια του εχθρού". Αυτές οι πορείες από τα παραρτήματα προς το κεντρικό στρατόπεδο διαρκούσαν - ανάλογα με την απόσταση και τις συνθήκες - από 8 έως 12 ημέρες. Στο τέλος της κάθε φάλαγγας βρισκόταν ένα απόσπασμα ανδρών της SS, οι οποίοι εκτελούσαν όποιους κρατουμένους δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Το χάος συνεχιζόταν και οι 15.000 κρατούμενοι του παραρτήματος Γκουνσκίρχεν (Gunskirchen) πέθαιναν από την πείνα, καθώς τελείωσαν τα τρόφιμα εκεί και δεν αποστάλθηκαν άλλα. Η θνησιμότητα των κρατουμένων έφθασε στο ζενίθ: Υπολογίζεται ότι κάθε ημέρα πέθαιναν από διάφορες αιτίες περίπου 200 άτομα. Μόνο κατά την περίοδο από τον χειμώνα του 1944 μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου βρήκαν εκεί τον θάνατο 45.000 άτομα.

Η απελευθέρωση

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες της λειτουργίας του στρατοπέδου οι άνδρες της SS έκαναν όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες για να καλύψουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους. Την περίοδο αυτή χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ο θάλαμος αερίων (χωρητικότητας 120 ατόμων), στον οποίο θανατώθηκαν 650 άτομα στην προσπάθεια να "ελαφρώσει" το νοσοκομείο. Στις 2 Μαΐου θανατώθηκαν όσοι υπηρετούσαν στον θάλαμο αερίων και στο αποτεφρωτήριο. Οι SS μετά το τελευταίο προσκλητήριο στις 3 Μαΐου εγκατέλειψαν το στρατόπεδο. Στις 5 Μαΐου ένα αμερικανικό άρμα της 11ης Θωρακισμένης Μεραρχίας (3η Στρατιά) όρμησε μέσα σπάζοντας την κεντρική πύλη. Οι κρατούμενοι που βρέθηκαν εκεί, καθώς και όσοι είχαν απομείνει στα παραρτήματα, ανέρχονταν σε 66.124, ενώ οι 15.000 Εβραίοι του παραρτήματος Γκουνσκίρχεν δεν είχαν προλάβει να καταγραφούν. Τα τελευταία παραρτήματα απελευθερώθηκαν την επόμενη ημέρα, 6 Μαΐου 1945.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου